Μετάφραση του "volumen" σε Ελληνικά

Οι όγκος, τόμος, ένταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "volumen" σε Ελληνικά.

volumen noun masculine γραμματική

Que tan grande es algo, cuanto espacio ocupa. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όγκος

    noun masculine

    η ποσότητα του χώρου που καταλαμβάνει ένα αντικείμενο

    es el volumen, la velocidad y la variedad para ofrecer un corpus muy jugoso.

    δηλαδή όγκος, ταχύτητα και ποικιλία δεδομένων για ένα σώμα πληροφοριών.

  • τόμος

    noun masculine

    Las cuentas anuales se componen ahora de tres volúmenes.

    Στο εξής, οι ετήσιοι λογαριασμοί περιέχουν τρεις τόμους.

  • ένταση

    noun feminine

    Palabras que no deberían pronunciarse a ese volumen.

    Λέξεις που δεν πρέπει να ξεστομίζεις σε τέτοια ένταση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κυβισμός
    • έτος
    • ήχος
    • χρόνος
    • Τόμος
    • βιβλίο
    • Ακουστότητα του ήχου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " volumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "volumen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "volumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη