Μετάφραση του "voraz" σε Ελληνικά
Οι αδηφάγος, αχόρταγος, μανιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "voraz" σε Ελληνικά.
voraz
adjective
masculine
γραμματική
Que devora el alimento en grandes cantidades.
-
αδηφάγος
adjective επίθετο masculine αρσενικό (-ος, -α, -ο)1. που τρώει με βουλιμία πολύ μεγάλες ποσότητες τροφής 2. (μτφ.) α. για άνθρωπο πολύ άπληστο, που ζητάει συνεχώς όλο και περισσότερα αγαθά: 3. για κτ. που θεωρείται ή που είναι καταστρεπτικό
Algunas residentes llegaron pronto al lugar, pero no pudieron ayudar porque las voraces llamas envolvían el vehículo.
Κάποιες κάτοικοι έφτασαν σύντομα στο σημείο, αλλά δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν καθώς οι αδηφάγες φλόγες τύλιγαν το όχημα.
-
αχόρταγος
adjective masculineComo debes recordar, soy una especie de lector voraz.
Όπως θα έπρεπε να θυμάσαι, είμαι αχόρταγος αναγνώστης.
-
μανιώδης
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " voraz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη