Μετάφραση του "vulnerable" σε Ελληνικά

Οι τρωτός, ευάλωτος, ευπαθής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vulnerable" σε Ελληνικά.

vulnerable adjective masculine γραμματική

Expuesto a ataques o daños.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρωτός

    masculine

    Esto nos ha dejado más vulnerables que antes.

    Αυτό μας έκανε πιό τρωτούς από όσο ήμαστε πριν.

  • ευάλωτος

    Adjective masculine

    Me gusta cómo se toca el labio cuando se siente vulnerable.

    Μου αρέσει ο τρόπος που αγγίζει το κάτω χείλος του όταν νιώθει ευάλωτος.

  • ευπαθής

    masculine

    Al respecto, no cabe ninguna duda de que los niños son el grupo más vulnerable.

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, από αυτή την άποψη, τα παιδιά είναι η πιο ευπαθής ομάδα.

  • ευπρόσβλητος

    masculine

    Esta finalidad es sumamente vulnerable cuando se conceden ayudas en sectores sensibles.

    Ο σκοπός αυτός είναι κατ' εξοχήν ευπρόσβλητος από τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε ευαίσθητους τομείς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vulnerable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vulnerable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vulnerable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη