Μετάφραση του "wc" σε Ελληνικά

Οι τουαλέτα, αποχωρητήριο, απόπατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά.

WC
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    usaba una cubeta y una bolsa para la basura como WC.

    χρησιμοποιούσα ένα κουβά και με μια σακούλα απορριμμάτων για τουαλέτα

  • αποχωρητήριο

    noun neuter
  • απόπατος

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφοδευτήριο
    • βεσέ
    • καμπινές
    • μέρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Wc
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • wc

    εντολή των Unix-οειδών λειτουργικών συστημάτων

    Wc,Ex es la ponderación del coste correspondiente a un punto de salida concreto o una agrupación de ellos;

    Wc,Ex είναι ο σταθμιστικός συντελεστής του κόστους για δεδομένο σημείο εξόδου ή δέσμη σημείων εξόδου·

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη