Μετάφραση του "Indarkeria" σε Ελληνικά

Οι βία, βία, βίαια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Indarkeria" σε Ελληνικά.

Indarkeria
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βία

    noun

    Indarrean, boterean, beldurrean eta dependentzian eraikitako zibilizazioa da emaitza.

    Το αποτέλεσμα αυτό βασίστηκε στη βία, στο φόβο, στην εξάρτηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Indarkeria " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

indarkeria
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • βία

    noun feminine

    Meereen berpiztu da eta horrek ekarri du indarkeria.

    Αλλά η αναγέννηση της Μηρήν είναι η αιτία αυτής της βίας.

  • βίαια

    adjective

    Ez diogu zertan indarkeriaz eta zakarkeriaz trataturik elkarri.

    Δε χρειάζεται να είμαστε βίαιοι, ούτε καν αγενείς.

  • διά της βίας

    Aurkitu zuen agenteak ziurtatzen du oker zebilela... eta indarkeriaz deskonektatu behar izan zuela.

    Ο αστυνομικός που το βρήκε είπε ότι ήταν δυσλειτουργικό κι έπρεπε να το αποσυνδέσει δια της βίας.

Φράσεις παρόμοιες με "Indarkeria" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Indarkeria" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη