Μετάφραση του "Mutil" σε Ελληνικά

Οι αγόρι, αγόρι, παιδί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mutil" σε Ελληνικά.

Mutil
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun

    ανήλικος άνδρας

    Mutil bat, ikastuna, matxinatu zen, dena suntsitu zuen.

    Ένα αγόρι, ένας μαθητευόμενος, στράφηκε εναντίον του και τα κατέστρεψε όλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mutil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

mutil noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγόρι

    noun neuter

    Sentitzen dut, mutilak, baina ezberdin egiten zaituzten bakarra gauza txiki hori da.

    Συγνώμη αγόρια, αλλά είναι πολύ μικρό αυτό που σας κάνει διαφορετικούς.

  • παιδί

    noun neuter

    Trena bidetik irten da, mutilak, baina berriro martxan gaude.

    Το τρένο εκτροχιάστηκε παιδιά, αλλά είμαστε σε ετοιμότητα πάλι.

  • εραστής

    noun
  • τύπος

    noun masculine

    Niri galdetzen badidazu, Artur mutil honek zurekin egoteko gogoa du.

    Αν θες την άποψη μου αυτός ο τύπος Ο'ρθουρ σε γουστάρει.

Εικόνες με "Mutil"

Φράσεις παρόμοιες με "Mutil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mutil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη