Μετάφραση του "Preso" σε Ελληνικά

Οι φυλακισμένος, αιχμάλωτος, κρατούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Preso" σε Ελληνικά.

Preso
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλακισμένος

    adjective noun

    Nahiz eta preso egon, etxea alokatu eta bertan bizitzeko baimena eman zioten, soldadu bat zaintzaile zuela.

    Αν και ήταν φυλακισμένος, του επιτράπηκε να μείνει σε ένα νοικιασμένο σπίτι ενώ τον φρουρούσε κάποιος στρατιώτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Preso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

preso
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμάλωτος

    noun masculine

    Behin zure arrebaren preso izan nintzen.

    Ήμουν αιχμάλωτος της αδερφής σου κάποτε.

  • κρατούμενος

    noun masculine

    Inork ez dit esan preso bat ekarriko zidatenik.

    Δεν μου έχουν πει τίποτα για μεταφορά κρατουμένου.

  • φυλακισμένος

    noun masculine

    Nahiz eta preso egon, etxea alokatu eta bertan bizitzeko baimena eman zioten, soldadu bat zaintzaile zuela.

    Αν και ήταν φυλακισμένος, του επιτράπηκε να μείνει σε ένα νοικιασμένο σπίτι ενώ τον φρουρούσε κάποιος στρατιώτης.

Φράσεις παρόμοιες με "Preso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πολιτικός κρατούμενος
  • αιχμάλωτος πολέμου
  • ομόδεσμοι κατάδικοι · συνδέσμιοι κατάδικοι
  • Αιχμάλωτος πολέμου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Preso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη