Μετάφραση του "adin" σε Ελληνικά

Οι ηλικία, Ηλικία, τρίτη ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adin" σε Ελληνικά.

adin
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικία

    noun feminine

    Nire adineko gizon gehienek izan dituzte jada bi bihotzeko.

    Η πλειοψηφία στην ηλικία μου έχει πάθει εμφράγματα.

  • Ηλικία

    Nire adineko gizon gehienek izan dituzte jada bi bihotzeko.

    Η πλειοψηφία στην ηλικία μου έχει πάθει εμφράγματα.

  • τρίτη ηλικία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη