Μετάφραση του "ahal" σε Ελληνικά

Οι δεξιότητα, δυνατότητα, επιτηδειότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ahal" σε Ελληνικά.

ahal Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεξιότητα

    noun feminine
  • δυνατότητα

    noun

    Urak gatzgabetzeko plantari esker oilo-etxaldeak jartzeko ahalmena handitu dugu.

    Με την αφαλάτωση, αυξήσαμε τη δυνατότητα της πτηνοτροφίας στην περιοχή.

  • επιτηδειότητα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ικανότητα
    • μπορώ
    • πιθανότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ahal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ahal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ahal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη