Μετάφραση του "aho" σε Ελληνικά

Οι στόμα, Στόμα, αγωγός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aho" σε Ελληνικά.

aho noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόμα

    noun neuter

    Scooniek zakila ahoan sartu zizun lo zinela, madarikatua.

    O Σκoύvι έχωσε τo πoυλί τoυ στo στόμα σoυ όταv κoιμόσoυv!

  • Στόμα

    Scooniek zakila ahoan sartu zizun lo zinela, madarikatua.

    O Σκoύvι έχωσε τo πoυλί τoυ στo στόμα σoυ όταv κoιμόσoυv!

  • αγωγός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γεύση
    • γλώσσα
    • κόψη
    • κόψη μαχαιριού
    • λόγος
    • ομιλία
    • στόμιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aho " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aho"

Φράσεις παρόμοιες με "aho" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aho" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη