Μετάφραση του "aktibo" σε Ελληνικά

Οι ενεργός, πάγιο, πόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aktibo" σε Ελληνικά.

aktibo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργός

    adjective
  • πάγιο

  • πόρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aktibo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aktibo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περιουσιακό στοιχείο

Φράσεις παρόμοιες με "aktibo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aktibo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη