Μετάφραση του "antisorgailu" σε Ελληνικά

Οι αντισύλληψη, μέσο αντισύλληψης, Αντισύλληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "antisorgailu" σε Ελληνικά.

antisorgailu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντισύλληψη

    noun feminine
  • μέσο αντισύλληψης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " antisorgailu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Antisorgailu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αντισύλληψη

    Ernalketa galarazten duen substantzia, aparatu edo metodoa

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "antisorgailu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη