Μετάφραση του "aorta" σε Ελληνικά

Οι αορτή, Αορτή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aorta" σε Ελληνικά.

aorta
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αορτή

    noun feminine

    Bulegoko eskalea aorta moztu zion labankada baten ondorioz hil zen.

    Ο αλήτης από το γραφείο πέθανε από μια πληγή μαχαιριού που χτύπησε την αορτή.

  • Αορτή

    giza gorputzeko arteriarik handiena

    Bulegoko eskalea aorta moztu zion labankada baten ondorioz hil zen.

    Ο αλήτης από το γραφείο πέθανε από μια πληγή μαχαιριού που χτύπησε την αορτή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aorta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aorta"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aorta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη