Μετάφραση του "ateo" σε Ελληνικά

Οι άθεος, αθεϊστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ateo" σε Ελληνικά.

ateo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • άθεος

    noun masculine

    Gutxi gorabehera azkenengo hamarkadan oso argi geratu da ateo izateak zer esan nahi duen.

    Την τελευταία δεκαετία περίπου, ήταν προφανές τι σήμαινε να είσαι άθεος.

  • αθεϊστής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ateo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ateo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη