Μετάφραση του "atxilotu" σε Ελληνικά
Οι αιχμάλωτος, κρατούμενος, κρατώ σφικτά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "atxilotu" σε Ελληνικά.
atxilotu
γραμματική
-
αιχμάλωτος
noun masculine -
κρατούμενος
noun masculineHaien bitartez informazioa lortzeko atxilotu bila gabiltza gehienbat.
Κοιτάμε για κρατουμένους που μπορεί να έχουν σημαντικές πληροφορίες.
-
κρατώ σφικτά
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πιάνω
- συλλαμβάνω
- σφίγγω
- τσακώνω
- τσιμπώ
- φυλακισμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " atxilotu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "atxilotu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκλεισμός · περιορισμός · σύλληψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη