Μετάφραση του "aulki" σε Ελληνικά

Οι καρέκλα, κάθισμα, πάγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aulki" σε Ελληνικά.

aulki Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun feminine

    Έπιπλο που αποτελείται από κάθισμα, πόδια, στήριγμα για την πλάτη, ενίοτε και για τα μπράτσα, πάνω στο οποίο μπορεί κάποιος να καθίσει.

    Gela gorri batean nengoen, gorriz jantzitako gizon txiki batekin eta aulki batean eseritako gizon nagusi batekin.

    Βρισκόμουν σε ένα κόκκινο δωμάτιο με έναν μικρόσωμο άντρα ντυμένο στα κόκκινα κι ένας γέρος καθόταν στην καρέκλα.

  • κάθισμα

    noun neuter

    Jarri oina oinarrian eta tiratu aulkiari klik entzun arte. "

    Τοποθετήστε το πόδι στη βάση και τραβήξτε το κάθισμα προς τα πάνω μέχρι να ακούσετε ένα κλικ. "

  • πάγκος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aulki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Aulki
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρέκλα

    noun

    Aulki hura izerdiz blai zegoen.

    Η καρέκλα ήταν μουλιασμένη από τον ιδρώτα του.

Εικόνες με "aulki"

Φράσεις παρόμοιες με "aulki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aulki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη