Μετάφραση του "aurkikunde" σε Ελληνικά
Οι ανακάλυψη, εύρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aurkikunde" σε Ελληνικά.
aurkikunde
-
ανακάλυψη
noun feminineBaina noiz edo behin kritikari batek benetan arriskatzen du zerbait eta hori da aurkitu eta defendatzen duenean berritasuna.
Έρχονται φορές που ο κριτικός διακινδυνεύει κάτι, την ανακάλυψη και πρόκληση του νέου.
-
εύρεση
nounEzin da Minix fitxategi sistema sortzeko programarik aurkitu
Αδύνατη η εύρεση ενός προγράμματος για τη δημιουργία συστημάτων αρχείων Minix
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aurkikunde " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aurkikunde" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαφωνώ · καταπολεμώ
-
φέτος
-
ανακαλύπτω · βρίσκω · εντοπισμός · εξακριβώνω · συναντώ · τελειώνω
-
αντίμαχος · αντίπαλος · ανταγωνιστής · πολέμιος
-
Ανακάλυψη · ανακάλυψη · εντοπισμός · εύρεση
-
ευρετήριο · πίνακας περιεχομένων · περιεχόμενα
-
προσεχώς · σε λίγος · σύντομα
-
αντίρρηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη