Μετάφραση του "bahitu" σε Ελληνικά

Οι απάγω, κατακτώ, κυριεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bahitu" σε Ελληνικά.

bahitu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάγω

    verb

    Nicholasek dio bahitu egin zutela eta Espainiara eraman.

    Ο Νίκολας λέει ότι τον απήγαγαν και τον πήγαν στην Ισπανία.

  • κατακτώ

    verb
  • κυριεύω

    verb
  • όμηρος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bahitu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bahitu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bahitu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη