Μετάφραση του "baiespen" σε Ελληνικά

Οι έγκριση, συγκατάθεση, συναίνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baiespen" σε Ελληνικά.

baiespen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκριση

    noun feminine
  • συγκατάθεση

    noun feminine
  • συναίνεση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " baiespen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "baiespen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη