Μετάφραση του "baimen" σε Ελληνικά

Οι εξουσιοδότηση, άδεια, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baimen" σε Ελληνικά.

baimen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξουσιοδότηση

    noun feminine

    Baina lehendakariaren baimena daukat txosten sailkatu bat partekatzeko hartara gobernuaren argudioa indartzeko.

    Αλλά έχω εξουσιοδότηση από τον Πρόεδρο να καταθέσω κάποια απόρρητα στοιχεία... τα οποία θα ενδυναμώσουν τα επιχειρήματα της Πολιτείας.

  • άδεια

    noun feminine

    Abokatua naiz, eta lurralde honen baimen guztiak dauzkat.

    Είμαι δικηγόρος κι έχω άδεια ασκήσεως απ'την περιφέρεια.

  • έγκριση

    noun feminine

    Istilua konpontzeko baimena ematen ez badidazu, okerreratu egingo da.

    Δώστε μου την έγκριση να ενεργήσω πριν εξαπλωθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δικαίωμα
    • συγκατάθεση
    • σύμφωνη γνώμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " baimen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "baimen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "baimen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη