Μετάφραση του "begiratu" σε Ελληνικά

Οι κοιτάζω, αποσβολώνομαι, βλέμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "begiratu" σε Ελληνικά.

begiratu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοιτάζω

    verb

    Aldi berean begiratu niezaiokeen berari eta bere argazkiari.

    Και μπορούσα να κοιτάζω τη φωτογραφία και να κοιτάζω και τον ίδιο ταυτόχρονα.

  • αποσβολώνομαι

    verb
  • βλέμμα

    noun neuter

    Uste dut, horregatik ez dudala lortzen bere begirada hartzea.

    Γι ́ αυτό δεν μπορώ να συλλάβω το βλέμμα της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαπιστώνω
    • εξακριβώνω
    • εξετάζω
    • μένω με το στόμα ανοιχτό
    • ματιά
    • παρακολουθώ
    • παρατηρώ
    • προσηλώνω
    • χαζεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " begiratu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "begiratu"

Φράσεις παρόμοιες με "begiratu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βλέμμα · ματιά
  • εκτίμηση · θαυμασμός · θεώρηση · λαμπρότητα · σεβασμός · σοβαρότητα · σπουδαιότητα · στοχασμός · υπόληψη
  • ρίχνω ματιές
  • βλέμμα · ματιά
  • ρίχνω μιά ματιά
  • ρίχνω μιά ματιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "begiratu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη