Μετάφραση του "benetako" σε Ελληνικά
Το πραγματικός είναι η μετάφραση του "benetako" σε Ελληνικά.
benetako
-
πραγματικός
adjective masculineDonna, benetan, ez dut uste hau denik ez unea ez tokia.
Ντόνα, πραγματικά, δε νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή και το κατάλληλο μέρος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " benetako " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "benetako" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαερισμός
-
βενθική ζώνη
-
βεγγάλη
-
Βεγγάλη
-
φλεβώδης κοίλωμα
-
Νταβίντ Μπεν Γκουριόν
-
Μπεν Χουρ
-
βενθικό οικοσύστημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη