Μετάφραση του "benetako" σε Ελληνικά

Το πραγματικός είναι η μετάφραση του "benetako" σε Ελληνικά.

benetako
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματικός

    adjective masculine

    Donna, benetan, ez dut uste hau denik ez unea ez tokia.

    Ντόνα, πραγματικά, δε νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή και το κατάλληλο μέρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " benetako " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "benetako" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "benetako" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη