Μετάφραση του "blokeo" σε Ελληνικά

Οι αποκλεισμός, εμπόδιο, Αποκλεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blokeo" σε Ελληνικά.

blokeo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλεισμός

    noun masculine
  • εμπόδιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blokeo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Blokeo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλεισμός

    επιχείρηση αποκοπής προμηθειών από συγκεκριμένη περιοχή με την χρήση βίας

Φράσεις παρόμοιες με "blokeo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blokeo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη