Μετάφραση του "borrokalari" σε Ελληνικά

Οι αγωνιστής, αγωνιστικός, παλαιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "borrokalari" σε Ελληνικά.

borrokalari
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγωνιστής

    noun masculine
  • αγωνιστικός

    adjective
  • παλαιστής

    παλαιστής, αθλητής που ειδικεύεται στην πάλη (οι επαγγελματίες παλαιστές κατ' εξαίρεση βρίσκονται στο Q13474373)

    Zu Frederick zara, beraz, pultsuen borrokalaria.

    Είσαι, λοιπόν, ο Φρέντρικ, ο παλαιστής με τον βραχίονα.

  • ψευτομαχητής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " borrokalari " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Borrokalari
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαχητής

    Borrokalari bat da eta ziur naiz aurrera aterako dela.

    Είναι μαχητής και είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρει.

Φράσεις παρόμοιες με "borrokalari" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Βουργουνδία
  • βία · ορμή
  • μάχομαι
  • μάχομαι · πάλη · παλεύω · πολεμώ
  • Επαγγελματική πάλη
  • κρασί Βουργουνδίας
  • μαλώνω · τσακώνομαι · φιλονικώ
  • αγώνας · αγώνας πυγμαχίας · αντιπαράθεση · εναντίωση · μάχη · μεγάλη προσπάθεια · μποξ · πάσχισμα · σύγκρουση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "borrokalari" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη