Μετάφραση του "denbora" σε Ελληνικά

Οι χρόνος, ώρα, καιρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "denbora" σε Ελληνικά.

denbora Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun masculine

    διάσταση στην οποία τα γεγονότα ταξινομούνται από το παρελθόν στο παρόν και μετά στο μέλλον

    Erlijioek egiten duten beste gauza bat denbora antolatzea da.

    Ένα άλλο πράγμα που κάνουν οι θρησκείες είναι να οργανώνουν το χρόνο.

  • ώρα

    noun feminine

    Ikaragarria da denbora nola pasatzen den dibertizen ari zarenean.

    Τρομακτικό το πόσο γρήγορα περνάει η ώρα όταν διακεδάζεις.

  • καιρός

    noun masculine

    Baina badakizue zer? Honi lotuta egon da denbora luzez.

    Έτσι περιορισμένα το βλέπουμε εδώ και πολύ, πάρα πολύ καιρό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φορά
    • χρονικό διάστημα
    • εποχή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " denbora " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "denbora" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "denbora" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη