Μετάφραση του "ebakuntza" σε Ελληνικά

Οι εγχείρηση, επέμβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ebakuntza" σε Ελληνικά.

ebakuntza
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγχείρηση

    noun
  • επέμβαση

    noun feminine

    Dresdera itzuliko naiz bigarren ebakuntza egitera.

    Θα πάω στη Δρέσδη για τη δεύτερη επέμβαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ebakuntza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ebakuntza"

Φράσεις παρόμοιες με "ebakuntza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διατμητική τάση
  • θερισμός · κοπή · κόψιμο · υλοτομία · χορτοκοπή
  • ουλή
  • άνοιγμα · διάνοιξη · κόψιμο · τομή
  • Παράδοξο των γενεθλίων
  • έβενος · ξύλο έβενου · ξύλο εβένου
  • αποκοπή · γίνομαι · ελαττώνω · καταντώ · κόβω · κόψιμο · προφέρω · σκαλί
  • αίθουσα χειρουργείου · χειρουργείο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ebakuntza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη