Μετάφραση του "ebazpen" σε Ελληνικά

Οι απόφαση, αποφάσεις, διαγραμμισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ebazpen" σε Ελληνικά.

ebazpen
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόφαση

    noun feminine

    Nire kideei gomendatzen diet ez dezatela ebazpen hau babestu.

    Προτρέπω σθεναρά τους συναδέλφους μου να μην υποστηρίξουν αυτή την απόφαση.

  • αποφάσεις

    noun
  • διαγραμμισμός

  • ψήφισμα

    noun

    Modu batean edo bestean astelehenean ebazpena jasoko dugu.

    Νομίζω ότι θα έχουμε ψήφισμα μέχρι τη Δευτέρα ούτως ή άλλως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ebazpen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ebazpen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διατμητική τάση
  • θερισμός · κοπή · κόψιμο · υλοτομία · χορτοκοπή
  • ουλή
  • άνοιγμα · διάνοιξη · κόψιμο · τομή
  • Παράδοξο των γενεθλίων
  • έβενος · ξύλο έβενου · ξύλο εβένου
  • αποκοπή · γίνομαι · ελαττώνω · καταντώ · κόβω · κόψιμο · προφέρω · σκαλί
  • αίθουσα χειρουργείου · χειρουργείο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ebazpen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη