Μετάφραση του "elementu" σε Ελληνικά
Οι στοιχείο, εξάρτημα, μονάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elementu" σε Ελληνικά.
elementu
-
στοιχείο
noun neuterNire zerrendako laugarren elementua gizarte etsaiekiko harremanak dira.
Το τέταρτο στοιχείο στη λίστα μου είναι οι σχέσεις με εχθρικές κοινωνίες.
-
εξάρτημα
noun neuter -
μονάδα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσωπικότητα
- συστατικό
- χημικό στοιχείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elementu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "elementu"
Φράσεις παρόμοιες με "elementu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στοιχείο επαφής
-
αποκλεισμός αναδυόμενων παραθύρων
-
Παραγγελία στοιχείου γραμμής
-
στοιχείο τιμοκαταλόγου
-
στοιχείο Outlook
-
μεταπτωτικά στοιχεία
-
συζήτηση
-
στοιχείο καταχώρησης συμβάντος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη