Μετάφραση του "eliza" σε Ελληνικά
Οι εκκλησία, ναός, Εκκλησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eliza" σε Ελληνικά.
eliza
noun
γραμματική
-
εκκλησία
noun feminineθρησκευτικό κτίριο στο Χριστιανισμό
Ez gara jadanik izutzen elizako paretetako deabruen irudiekin.
Δεν καθόμαστε πια στην εκκλησία κοιτάζοντας τρομοκρατημένοι τις νωπογραφίες των δαιμόνων.
-
ναός
noun masculineEskolak, elizak, kafetegiko jendea kafea hartzen ari dena, zaharrak dendetan, kuku erlojuetan jolasean.
Σχολεία, ναοί, άνθρωποι σε καφέ που πίνουν καφέ,... γέροι μέσα σε μαγαζιά μαστορεύοντας τα ρολόγια τους.
-
Εκκλησία
noun feminineSan Pedro eta San Paulo elizen ikuspegi zuzena du handik.
Βλέπει καθαρά την Εκκλησία των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ιερατείο
- κλήρος
- χριστιανικός ναός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eliza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "eliza"
Φράσεις παρόμοιες με "eliza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσθετο τροφίμων (στα τρόφιμα)
-
χρωστική τροφίμων
-
τροφική αλυσίδα
-
μονάδα θέρμανσης από τα απόβλητα
-
θεοσεβής άνθρωπος · θεοσεβούμενος · θεοφοβούμενος · θρήσκος άνθρωπος
-
περιεκτικότητα σε θρεπτικές(ά) ουσίες (συστατικά)
-
κύκλος (των) θρεπτικών ουσιών
-
σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τα απόβλητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη