Μετάφραση του "eman" σε Ελληνικά

Οι δίνω, παραδίδω, προμηθεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eman" σε Ελληνικά.

eman verb γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίνω

    verb

    Μεταφέρω την κατοχή (ενός αντικειμένου) σε κάποιον άλλο.

    Ondoren, Adami eman eta berak ere jan zuen.

    Ύστερα, έδωσε στον Αδάμ και έφαγε και εκείνος.

  • παραδίδω

    verb

    Hau Sandro Tarugiri eman behar diot.

    Πηγαίνω να παραδώσω αυτό στον Σάντρο Ταρούτζι.

  • προμηθεύω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλατίζω
    • απονέμω
    • δίδω
    • δηλώνω
    • διαμοιράζω
    • διανέμω
    • δωρίζω
    • δώνω
    • εκπέμπω
    • εκφράζω
    • εμπιστεύομαι
    • επιβραβεύω
    • επιφορτίζω
    • θεωρώ δεδομένο
    • θυσιάζω
    • καταθέτω τα όπλα
    • καταμερίζω
    • κατανέμω
    • μαρτυρώ
    • μεταδίδω
    • νέμω
    • παίζομαι
    • παράγω
    • παρέχω
    • παραδέχομαι
    • παραδίνω
    • παραθέτω
    • παραχωρώ
    • παρουσιάζομαι
    • προξενώ
    • προσφέρω
    • σερβίρω
    • συμβάλλω
    • συνεργώ
    • συντείνω
    • συντελώ
    • υποβοηθώ
    • φέρνω
    • φέρω
    • χορηγώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "eman"

Φράσεις παρόμοιες με "eman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη