Μετάφραση του "eme" σε Ελληνικά
Οι θήλυ, θηλυκός, θηλυκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eme" σε Ελληνικά.
eme
Noun
noun
γραμματική
-
θήλυ
noun neuter -
θηλυκός
adjective masculineGenitalak arrak eta emeak ditu.
Έχει γεννητικά όργανα αρσενικά και θηλυκά.
-
θηλυκό
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θηλικός
- Θηλυκό
- ζώο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "eme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θηλυκότητα
-
θηλυκιά τίγρης
-
γουρούνα · γουρούνι
-
λέαινα · λιονταρίνα
-
σκύλα
-
γουρούνα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη