Μετάφραση του "eme" σε Ελληνικά

Οι θήλυ, θηλυκός, θηλυκό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eme" σε Ελληνικά.

eme Noun noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • θήλυ

    noun neuter
  • θηλυκός

    adjective masculine

    Genitalak arrak eta emeak ditu.

    Έχει γεννητικά όργανα αρσενικά και θηλυκά.

  • θηλυκό

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θηλικός
    • Θηλυκό
    • ζώο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη