Μετάφραση του "enbor" σε Ελληνικά
Οι κορμός, βάση, κούτσουρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enbor" σε Ελληνικά.
enbor
-
κορμός
noun masculineOlibondoaren sustraien zabaltzeko sistemari esker, nahiz eta enborra iharturik egon, zuhaitz hau suspertu daiteke.
Το εκτεταμένο σύστημα ριζών του ελαιόδεντρου του επιτρέπει να ανακάμψει ακόμα και όταν ο κορμός του έχει καταστραφεί.
-
βάση
noun feminine -
κούτσουρο
noun neuterEsango al diozu, mesedez, enbor andreari altuago hitz egiteko?
Μπορείς σε παρακαλώ να ζητήσεις από την κυρία με το κούτσουρο να μιλήσει δυνατά;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enbor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Enbor
-
Κόλουρος κώνος
Εικόνες με "enbor"
Φράσεις παρόμοιες με "enbor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκεφαλικό στέλεχος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη