Μετάφραση του "erlijio" σε Ελληνικά
Οι θρησκεία, θρήσκευμα, θρησκευτικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erlijio" σε Ελληνικά.
erlijio
noun
-
θρησκεία
noun feminineAskok izenez eta erlijioz aldatzen dira, gurean infiltratzeko.
Μερικοί αλλάζουν όνομα και θρησκεία για να μπουν στη Γαλλία.
-
θρήσκευμα
noun neuter -
θρησκευτικά
adjective19 Hildakoei buruz egia zein den ezagutzeak erlijioen gezurretatik babesten gaitu.
19 Η γνώση της αλήθειας για τους νεκρούς σάς προφυλάσσει ώστε να μην παροδηγηθείτε από τα θρησκευτικά ψεύδη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Θρησκεία
- εκκλησία
- πίστη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erlijio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "erlijio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θρησκοληψία · πιετισμός · υπερβολική ευσέβεια
-
Αθρησκία
-
θρησκευτικό αντικείμενο
-
εκκλησιαστική μουσική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη