Μετάφραση του "esklabo" σε Ελληνικά

Το σκλάβος είναι η μετάφραση του "esklabo" σε Ελληνικά.

esklabo
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκλάβος

    noun masculine

    άνθρωπος που βρίσκεται σε κατάσταση σκλαβιάς (για χρήση σε ανθρώπους με κατάσταση κοινωνικής τάξης P3716)

    Nirekin Eterniara nire esklabo gisa itzuli eta horien bizi miserableak salbatu edo haiekin hil planeta primitibo eta zaporegabe honetan.

    Γύρισε μαζί μου στην Ετέρνια σαν σκλάβος μου και σώσε τις ζωές τους ή πέθανε μαζί τους σε αυτόν τον πρωτόγονο πλανήτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esklabo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esklabo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Δουλεία · δουλεία · σκλαβιά · υποτέλεια
  • δουλεία · σκλαβιά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esklabo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη