Μετάφραση του "eskultore" σε Ελληνικά

Το γλύπτης είναι η μετάφραση του "eskultore" σε Ελληνικά.

eskultore
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλύπτης

    noun masculine

    καλλιτέχνης που παράγει έργα ανάγλυφα ή με τρισδιάστατη μορφή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eskultore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eskultore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη