Μετάφραση του "estoiko" σε Ελληνικά

Οι απαθής άνθρωπος, στωικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estoiko" σε Ελληνικά.

estoiko
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαθής άνθρωπος

    noun
  • στωικός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " estoiko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "estoiko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη