Μετάφραση του "eten" σε Ελληνικά

Οι ανάπαυλα, ασυνέχεια, διάλειμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eten" σε Ελληνικά.

eten
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάπαυλα

    noun

    Etenaldien premiarik ez dago.

    Τέλος η ανάπαυλα γεύματος.

  • ασυνέχεια

    noun feminine
  • διάλειμμα

    noun neuter

    Ordubete barru etenaldi bat izango dut.

    Εχω διάλειμμα σε μια ώρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάρρηξη
    • διάσπαση
    • διακοπή
    • διακόπτω
    • εμποδίζω
    • εξάρθρωση
    • παρέμβαση
    • παρεμβολή
    • παύση
    • παύω
    • στάση
    • σταμάτημα
    • σταματώ
    • τερματίζω πρόωρα
    • φράξιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αίτηση διακοπής
  • σημείο διακοπής
  • διάρρηξη · διάσπαση · διακοπή · εξάρθρωση
  • ανάπαυλα · ασυνέχεια · διάλειμμα · διακοπή · παρέμβαση · παρεμβολή · παύση · στάση · σταμάτημα · στασιμότητα · φράξιμο
  • διακόπτης
  • Διακόπτης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη