Μετάφραση του "etsipen" σε Ελληνικά
Οι απελπισία, διαφθορά, εξαχρείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etsipen" σε Ελληνικά.
etsipen
-
απελπισία
noun feminineApostu egiten dut zuen isekak laister batean bihurtuko lirakeela onberatasun eta gero etsipenean.
Φαντάζομαι ότι θα νιώθατε πρώτα οίκτο και μετά απελπισία.
-
διαφθορά
noun -
εξαχρείωση
noun -
πτώση ηθικής
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " etsipen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη