Μετάφραση του "existentzia" σε Ελληνικά

Οι ζωή, ύπαρξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "existentzia" σε Ελληνικά.

existentzia
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωή

    noun feminine

    Amaiera horretara heltzeko existentzia berezi bat eraman genuen, zeinarekin mundu kristautik aldenduta, kristau izaten jarraitzen genuen.

    Για να πετύχουμε αυτό τον σκοπό, ζούσαμε μια ζωή, που ενώ μας άφησε Χριστιανούς, μας αποξένωσε από τον χριστιανικό κόσμο.

  • ύπαρξη

    noun feminine

    Zure existentzia puta bera ukatzea da, esango balizute bezala:

    Σαν, ν'απαρνιούνται όλη τη γαμημένη σου ύπαρξη...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " existentzia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "existentzia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη