Μετάφραση του "fidantza" σε Ελληνικά
Οι ασφάλεια, εγγύηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fidantza" σε Ελληνικά.
fidantza
-
ασφάλεια
noun feminine -
εγγύηση
noun feminineAtera dezakegun bakarra da... fidantza ordaintzeko norbait ezagutzen duela.
Απλώς, γνωρίζει κάποιον που είχε λεφτά και πλήρωσε την εγγύηση, για να βγει.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fidantza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fidantza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφήνω · εκμυστηρεύομαι · εμπιστεύομαι · πιστεύω
-
εμπιστεύομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη