Μετάφραση του "fin" σε Ελληνικά
Οι στόχος, όριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fin" σε Ελληνικά.
fin
-
στόχος
noun masculine -
όριο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διυλιστήριο πετρελαίου
-
δημοσιονομική (οικονομική) διαχείριση
-
χρηματοπιστωτική αγορά
-
χρηματική αποζημίωση
-
τοπική χρηματοδότηση
-
Χρηματοπιστωτικό σύστημα
-
δημοσιονομικό δίκαιο
-
διαύγαση · διύλιση · εξευγενισμός · ραφινάρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη