Μετάφραση του "finkatu" σε Ελληνικά

Οι δένομαι, επισκευάζω, κανονίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finkatu" σε Ελληνικά.

finkatu
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • δένομαι

    verb
  • επισκευάζω

    verb
  • κανονίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσδένω
    • συνδέω
    • φτειάχνω
    • φτιάχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finkatu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "finkatu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finkatu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη