Μετάφραση του "finkatu" σε Ελληνικά
Οι δένομαι, επισκευάζω, κανονίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finkatu" σε Ελληνικά.
finkatu
-
δένομαι
verb -
επισκευάζω
verb -
κανονίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσδένω
- συνδέω
- φτειάχνω
- φτιάχνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " finkatu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "finkatu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σταθεροποίηση αμμοθίνας
-
βιολογική δέσμευση αζώτου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη