Μετάφραση του "gain" σε Ελληνικά

Οι ανάχωμα, κορυφή, κρέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gain" σε Ελληνικά.

gain noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάχωμα

    noun
  • κορυφή

    noun feminine

    Ez, Murru gainera igo nahi dut eta munduaren mugatik pixa egin.

    Θέλω μόνο να σταθώ στην κορυφή του τοίχου και να κατουρήσω από την άκρη του κόσμου.

  • κρέμα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λόφος
    • πρόχωμα
    • στρώση
    • ύψωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "gain"

Φράσεις παρόμοιες με "gain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη