Μετάφραση του "gisako" σε Ελληνικά

Οι ομότιμος, όμοιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gisako" σε Ελληνικά.

gisako Adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομότιμος

    noun
  • όμοιος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gisako " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gisako" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gisako" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη