Μετάφραση του "gizonki" σε Ελληνικά
Οι άνδρας, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gizonki" σε Ελληνικά.
gizonki
-
άνδρας
noun masculineκάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
Bi gizon baino ez ditu ezagutzen, zu eta biok.
Είσαι ο πρώτος άνδρας που γνωρίζει μετά από εμένα.
-
άντρας
noun masculineHerri honetan gizon ez den gizon gutxietako bat zara.
Μάλλον είσαι από τους λίγους άντρες σ'αυτή την πόλη που δεν είναι άντρας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gizonki " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "gizonki"
Φράσεις παρόμοιες με "gizonki" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρραβωνιαστικός
-
άνθρωπος
-
ανθρώπινο πλάσμα
-
αρσενικό διαφυλικό
-
δημόσιος ανήρ
-
άνδρας · άνθρωπος · άντρας · άρρην · άτομο · αρσενικός · σύζυγος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη