Μετάφραση του "gor" σε Ελληνικά
Οι κουφός, κωφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gor" σε Ελληνικά.
gor
noun
-
κουφός
adjective masculineNaiz gor eta itsu egon, hau ez du egiaztatzen.
Που και κουφός, μουγκός, τυφλός να ήμουν, δικαιολογία δεν υπάρχει.
-
κωφός
adjective masculineLagun gor horiek nerabezaroan aurkitzen dute komunitateren bat.
Αυτοί οι κωφοί άνθρωποι ανακαλύπτουν την κοινότητα στην εφηβεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Γεώργιος · Γιώργος
-
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν
-
μίσος · μοχθηρία · σιχαμάρα
-
δικαστήριο · παλάτι
-
πτύελο · φλέγμα
-
απεχθάνομαι · μισώ · σιχαίνομαι
-
Ρητορική μίσους
-
αύξηση · μισθολογική άνοδος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη