Μετάφραση του "gor" σε Ελληνικά

Οι κουφός, κωφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gor" σε Ελληνικά.

gor noun
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουφός

    adjective masculine

    Naiz gor eta itsu egon, hau ez du egiaztatzen.

    Που και κουφός, μουγκός, τυφλός να ήμουν, δικαιολογία δεν υπάρχει.

  • κωφός

    adjective masculine

    Lagun gor horiek nerabezaroan aurkitzen dute komunitateren bat.

    Αυτοί οι κωφοί άνθρωποι ανακαλύπτουν την κοινότητα στην εφηβεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη