Μετάφραση του "hartze" σε Ελληνικά

Οι κατάποση, κατάσχεση, κατανάλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hartze" σε Ελληνικά.

hartze
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάποση

    noun
  • κατάσχεση

    noun
  • κατανάλωση

    noun feminine
  • λήψη

    noun

    Nadine koman dago, lo egiteko pilulak hartu ditu.

    Η Ναϊντίν είναι σε κώμα από λήψη υπνωτικών χαπιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hartze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hartze" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Πετροκότσυφας
  • har
    Σκουλήκι · ιός τύπου worm · κάμπια · κάμπια δίπτερου · σκουλήκι · σκουλήκι ψαρέματος
  • δέκτης
  • διαδικασία λήψης αποφάσεων
  • μηχανορροφία · πλεκτάνη · συνωμοσία
  • έπαρση · αλαζονεία · αρχοντιλίκι · κενοδοξία · ματαιοδοξία · ματαιοφροσύνη · οίηση · υπεροψία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hartze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη