Μετάφραση του "hileko" σε Ελληνικά

Το περίοδος είναι η μετάφραση του "hileko" σε Ελληνικά.

hileko
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος

    noun feminine

    Hortaz, hilerokoa izaten hasi nintzenean, trapuak erabiltzen hasi nintzen.

    Έτσι, όταν άρχισα να έχω περίοδο χρησιμοποιούσα πανιά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hileko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hileko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Εξαφανισμένη γλώσσα
  • hil
    αποτελειώνω · απώλειες · αφανίζω · δολοφονώ · εκτελώ · ημερολογιακός μήνας · θάνατος · θανατώνω · μήνας · ξεπαστρεύω · πεθαίνω · σκοτώνω · σφάζω · τριακονθήμερο · φονεύω · ψοφάω
  • νεκρά φύσις · νεκρή φύση
  • τριμηνία
  • θάνατος
  • κηδεία
  • επιτύμβια επιγραφή
  • Αθανασία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hileko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη