Μετάφραση του "idazkari" σε Ελληνικά

Οι γραμματέας, ληξίαρχος, υπεύθυνος τήρησης μητρώων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idazkari" σε Ελληνικά.

idazkari
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμματέας

    noun masculine

    επάγγελμα

    Jende guztiari gustatzen zaio kontatzea, bere idazkariarekin sexu harremanak zituela.

    Είναι γνωστό ότι κοιμόταν Με τη γραμματέα του.

  • ληξίαρχος

    noun
  • υπεύθυνος τήρησης μητρώων

    noun
  • φύλακας υποθηκών και αρχείου

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idazkari " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "idazkari" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idazkari" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη