Μετάφραση του "igogailu" σε Ελληνικά

Οι ανελκυστήρας, ασανσέρ, Ανελκυστήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "igogailu" σε Ελληνικά.

igogailu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Βασκικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανελκυστήρας

    noun masculine
  • ασανσέρ

    noun neuter

    Zuk margotzeko leku bat behar dugu, igogailuarekin.

    Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ένας χώρος να ζωγραφίζεις και ένα ασανσέρ.

  • Ανελκυστήρας

  • ασενσέρ

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " igogailu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "igogailu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • igo
    ανέρχομαι · αναρριχιέμαι · αναρριχώμαι · ανεβαίνω · ανυψώνω · αυξάνω · επιβιβάζομαι · σκαρφαλώνω
  • άνοδος · ανάβαση · ανέβασμα · αναρρίχηση · σκαρφάλωμα
  • αύξηση · μισθολογική άνοδος
  • άνοδος · ανέβασμα · αύξηση · διεύρυνση · πλαγιά
  • αύξηση (του) κόστους
  • ανέβασμα · ανασήκωμα · ανύψωση · ανώθηση · διεύρυνση
  • ορθή αναφορά
  • αμπέλι · αμπελόκλημα · κλήμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "igogailu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη